Η διέγερση των ωοθηκών στην εξωσωματική γονιμοποίηση γίνεται με υποδόριες ενέσεις ωοθυλακιοτρόπου ορμόνης (FSH) με σκοπό την διατήρηση στο αίμα υψηλότερων επιπέδων FSH από αυτά που παράγει ο ίδιος ο οργανισμός και που οδηγούν στη ανάπτυξη ενός ωοθυλακίου κάθε μήνα. 

Με αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται η ανάπτυξη των ωοθυλακίων που υπάρχουν στις ωοθήκες στην αρχή του κύκλου και που φυσιολογικά είναι  6-7 σε κάθε ωοθήκη. Ωστόσο αν τα ωοθυλάκια αυτά είναι λιγότερα, μικρότερος θα είναι και ο αριθμός των ωαρίων που θα ληφθούν κατά την ωοληψία.

Ο αριθμός αυτός είναι στενά συνδεδεμένος με την πιθανότητα εγκυμοσύνης μετά από εξωσωματική γονιμοποίηση. Μεγαλύτερος αριθμός ωαρίων θα οδηγήσει  στη δημιουργία  περισσότερων εμβρύων και τελικά στη δυνατότητα επιλογής των καλύτερων σε ποιότητα για εμβρυομεταφορά, αυξάνοντας κατά αυτόν τον τρόπο την πιθανότητα εγκυμοσύνης.

Η αναμφισβήτητη αυτή αλήθεια έχει ιδιαίτερη σημασία σε γυναίκες που παράγουν λίγα ωάρια και στις οποίες η πιθανότητα εγκυμοσύνης είναι μειωμένη, ενώ συνήθως απαιτούνται για το σκοπό αυτό αρκετές προσπάθειες εξωσωματικής γονιμοποίησης.

Οι γυναίκες αυτές που ονομάζονται πτωχές απαντήτριες αποτελούν την πιο δύσκολη κατηγορία γυναικών στην υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, όσον αφορά την επίτευξη εγκυμοσύνης. Για την αντιμετώπιση τους έχουν γίνει διαχρονικά πολλές προσπάθειες οι οποίες έχουν ως στόχο την αύξηση έμμεσα ή άμεσα των επιπέδων της FSH ή την αύξηση της ευαισθησίας των αναπτυσσόμενων ωοθυλακίων στην FSH. 

Στην πρώτη κατηγορία παρεμβάσεων (αύξηση έμμεσα ή άμεσα των επιπέδων της FSH)  περιλαμβάνονται μέθοδοι όπως ,η αύξηση της δοσολογίας της FSH, η εκκίνηση της FSH στην ωχρινική φάση, η χρήση μακράς δράσης FSH, αναστολέων της αρωματάσης, βραχύ πρωτοκόλλου, ανταγωνιστών, διαφορετικών δοσολογιών ανάλογων και η χρήση διαφόρων τύπων FSH. Δυστυχώς καμιά από τις παραπάνω παρεμβάσεις δεν φαίνεται να αυξάνει σημαντικά τον αριθμό των ωαρίων.

Στην δεύτερη κατηγορία (αύξηση της ευαισθησίας των αναπτυσσόμενων ωοθυλακίων στην FSH) περιλαμβάνονται παρεμβάσεις που επιδρούν στον σωματοτροπικό άξονα ή χρησιμοποιούν ανδρογόνα ή τροποποιητές των ανδρογόνων.

Οι παρεμβάσεις που έχουν ως στόχο τον σωματοτροπικό άξονα περιλαμβάνουν την χορήγηση αυξητικής ορμόνης και την αύξηση της συγκέντρωσης του IGF-1 (χορήγηση πυριδοστιγμίνης, L-αργινίνης), χωρίς ωστόσο μέχρι σήμερα να έχει δειχθεί αξιόπιστα ότι αυξάνουν τον αριθμό των ωαρίων στις γυναίκες αυτές.   

Η μόνη υποσχόμενη κατηγορία παρεμβάσεων σε πτωχές απαντήτριες είναι σήμερα η χρήση ανδρογόνων (τεστοστερόνης, DHEA)  ή τροποποιητών των ανδρογόνων (αναστολέων της αρωματάσης, προσθήκης ανασυνδυασμένης LH σε ανασυνδυασμένη FSH, η συγχορήγηση ανθρώπινης χοριονικής γοναδοτροπίνης) . Από τις παρεμβάσεις αυτές η πιο σημαντική είναι η χορήγηση δεϋδροεπιανδροστερόνης (DHEA). H δεϋδροεπιανδροστερόνη είναι ασθενές ανδρογόνο που παράγεται κυρίως στο φλοιό των επινεφριδίων και συγκαταλέγεται στις φυσικά παραγόμενες στεροειδείς ορμόνες. 

Σε μια σειρά τυχαιοποιημένων μελετών η χορήγηση DHEA έχει φανεί ότι αυξάνει το αριθμό των ωαρίων που λαμβάνονται κατά περίπου 1.5. Αν και η αύξηση αυτή είναι μικρή για μια γυναίκα  με υγιείς ωοθήκες που υποβάλλεται σε εξωσωματική γονιμοποίηση και στην οποία κατά την ωοληψία λαμβάνονται για παράδειγμα 12 ωάρια,  για τις πτωχές απαντήτριες στις οποίες ο αριθμός των ωαρίων που λαμβάνονται είναι πολύ μικρός (<3), μπορεί να είναι πολύ σημαντική και να οδηγήσει ένα ποσοστό από τις γυναίκες  αυτές σε εμβρυομεταφορά και στη συνέχεια σε επίτευξη εγκυμοσύνης.